βαπτικός

βαπτ-ικός, ή, όν,
A for dyeing, χρώματα Sch.Lyc.1138.
II suited for gilding or silvering, opp. σμηκτικός, Ps.-Democr.Alch. p.47 B.: [comp] Comp., more suited for a wash, Zos.Alch.p.129 B.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • βαπτικά — βαπτικός for dyeing neut nom/voc/acc pl βαπτικά̱ , βαπτικός for dyeing fem nom/voc/acc dual βαπτικά̱ , βαπτικός for dyeing fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βαπτικώτερον — βαπτικός for dyeing adverbial comp βαπτικός for dyeing masc acc comp sg βαπτικός for dyeing neut nom/voc/acc comp sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βαπτικόν — βαπτικός for dyeing masc acc sg βαπτικός for dyeing neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βαπτικαί — βαπτικός for dyeing fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βαπτικοῦ — βαπτικός for dyeing masc/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βαπτική — βαπτικός for dyeing fem nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βαπτικήν — βαπτικός for dyeing fem acc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βαπτικώτεραι — βαπτικός for dyeing fem nom/voc comp pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βαπτικωτέραι — βαπτικωτέρᾱͅ , βαπτικός for dyeing fem dat comp sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.